Αρχείο

Archive for Μαρτίου 2010

Νέα μέσα και νέες τεχνολογίες, είμαστε έτοιμοι να τα αφομοιώσουμε;

24/03/2010 Σχολιάστε

Δίνοντας συνέχεια στο άρθρο του Ντίνου Γκέκα, «Internet, Facebook και Παιδεία», που δημοσιεύτηκε στο προηγούμενο τεύχος της “Ν”, νομίζω ότι μπορεί να ξεκινήσει ένας διάλογος. Ελπίζω η άποψή μου να συμβάλει εποικοδομητικά σε αυτή τη συζήτηση.


Κάθε τεχνολογική επανάσταση κρίνεται επιτυχημένη, όταν καταφέρνει να δημιουργήσει υπηρεσίες και προϊόντα, που εισβάλουν και επηρεάζουν την καθημερινή ζωή του ανθρώπου με τέτοιο τρόπο ώστε τελικά να γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της. Για παράδειγμα, η βιομηχανική επανάσταση δημιούργησε το αυτοκίνητο, τα ραδιοκύματα την τηλεόραση, τις τηλεπικοινωνίες, το τηλέφωνο. Σε αντιστοιχία, η πληροφορική δημιούργησε τουλάχιστον δύο τέτοιας εμβέλειας προϊόντα: τον προσωπικό υπολογιστή και το κινητό τηλέφωνο. Κυρίως δε το κινητό τηλέφωνο μπήκε στη καθημερινότητά μας με τέτοιο τρόπο που σήμερα, λίγα μόλις χρόνια από την μαζική εξάπλωση του, το θεωρούμε σχεδόν απαραίτητο.

Μια σημαντική παράμετρος που προκύπτει σε κάθε συζήτηση για την τεχνολογία,  είναι κατά πόσο και σε ποιο βαθμό μπορούμε πλέον να αφομοιώνουμε τα αγαθά της. Το αυτοκίνητο και η τηλεόραση χρειάστηκαν πάνω από είκοσι χρόνια μέχρι να γίνουν μαζικό προϊόν, ενώ το κινητό τηλέφωνο μόλις μια πενταετία. Η πραγματικότητα είναι ότι η κοινωνία πλέον δυσκολεύεται να ακολουθήσει τους ρυθμούς της τεχνολογικής εξέλιξης με αποτέλεσμα πολλές φορές να βρίσκεται σε αμηχανία.
Οι νέες τεχνολογίες και σε συνέχειά τους τα νέα μέσα, το διαδίκτυο, τα social media, το Facebook, και πολλές άλλες υπηρεσίες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα τεχνολογιών που εξελίχθηκαν ποιο γρήγορα απ’ ότι η κοινωνία μπορεί να τις αφομοιώσει.

Πριν από λίγα μόλις χρόνια δεν υπήρχαν καν στο λεξιλόγιό μας, και όμως σήμερα επηρεάζουν πολλές πλευρές της καθημερινής μας ζωής και όχι μόνο σε επίπεδο εργασίας ή σε πρακτικά θέματα αλλά πλέον και σε επίπεδο προσωπικών και διαπροσωπικών σχέσεων. Σήμερα οι νέες αυτές τεχνολογίες επηρεάζουν και πλευρές της ζωής μας που δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Έχει αλλάξει ο τρόπος που δουλεύουμε, ενημερωνόμαστε, διασκεδάζουμε, κοινωνικοποιούμαστε, μαθαίνουμε.

Έννοιες ξεκαθαρισμένες και παγιωμένες εδώ και πολλά χρόνια τίθενται πλέον υπό συζήτηση κάτω από το πρίσμα των νέων μέσων. Πώς μπορούμε να ορίσουμε σήμερα, τα προσωπικά δεδομένα, την ιδιοτικότητα, το χώρο του προσωπικού και του δημόσιου λόγου, την συνεργασία, την εκπαίδευση, την ενημέρωση, την ασφάλεια, ακόμα και τις σχέσεις χωρίς να λάβουμε υπόψη μας, το Internet, τα  Blogs, το Facebook, το Youtube, το MySpace, το Second life και άλλα νέα μέσα; Ιδιαίτερα από τη στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι περνάνε πολλές ώρες της ημέρας σε άμεση αλληλεπίδραση με τις νέες αυτές υπηρεσίες; Θα ήταν το ίδιο σαν να μην λαμβάναμε υπόψη μας την τηλεόραση και τον τρόπο που επηρέασε, και πολλές φορές διαμόρφωσε, την κοινωνία μας τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Μπροστά λοιπόν έχουμε έναν καινούριο κόσμο, με νέες δυνατότητες και νέες προκλήσεις – ας μην ξεχνάμε πώς η εξέλιξη της τεχνολογίας φέρνει μαζί της αλλαγές. Καλές και κακές. Η δικιά μας ευθύνη δεν είναι ούτε να αγκαλιάσουμε απερίσκεπτα τα νέα μέσα, αλλά ούτε και να τα απορρίψουμε αφοριστικά. Η δικιά μας ευθύνη είναι να προετοιμάσουμε τους εαυτούς μας, και την κοινωνία ώστε να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε (στο βαθμό που είναι εφικτό) τον νέο κόσμο ώστε να εκμεταλλευτούμε στο έπακρο τις δυνατότητές του.

Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό, η συνεχής ενημέρωση, η εκπαίδευση πάνω στις δυνατότητες της τεχνολογίας, η επαφή με τα νέα μέσα και ο ουσιαστικός διάλογος.

Advertisements

Τα του Καίσαρα τω Καίσαρι

24/03/2010 Σχολιάστε

Η οικονομική κατάσταση της χώρας, έχει δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για μια εφ όλης της ύλης συζήτηση σε θέματα που αφορούν την δημόσια διοίκηση, τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, την οικονομική συνείδηση του έλληνα, τους χειρισμούς των εκάστοτε κυβερνήσεων, την βιωσιμότητα του οικονομικού μοντέλου, τον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων, το φορολογικό σύστημα ακόμα και κάποια θέματα ταμπού, όπως η φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Όσο και να μας κάνει εντύπωση η συζήτηση για τα οικονομικά της εκκλησίας ήταν πάντα ένα θέμα που έφερνε την ελληνική κοινωνία σε αμηχανία. Ο βασικός λόγος είναι γιατί δεν μπορέσαμε να ξεκαθαρίσουμε ποτέ στο μυαλό μας την διπλή υπόσταση της εκκλησίας. Σίγουρα υπάρχει η θεολογική πνευματική προσέγγιση της εκκλησίας ως συνέχεια του Θεού, που της δίνει μια σχεδόν μεταφυσική υπόσταση. Τώρα το κατά πόσο αυτό εκφράζει ή όχι κάποιον, είναι θέμα πίστης, θέμα προσωπικό, για αυτό ας μην μείνουμε εκεί.

Πέρα όμως από την πνευματικότητά της η εκκλησία έχει αποκτήσει και ένα πιο κοσμικό πρόσωπο. Διαθέτει ακίνητα, μετοχές,, τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, εκδίδει εφημερίδες και περιοδικά, έχει υπαλλήλους και συνεργάτες, επενδύει στην Ελλάδα και το εξωτερικό, δημιουργεί τουριστικούς – θρησκευτικούς προορισμούς προς (καλώς εννοούμενη) εκμετάλλευση, παίρνει θέση για πολιτικά ζητήματα, οργανώνει φιλανθρωπικές αποστολές σε ολόκληρο τον κόσμο, συμμετέχει σε πολλά ιδρύματα, χρηματοδοτείται από τα Ευρωπαϊκά προγράμματα, από το ΕΣΠΑ…..κατά την προσωπική μου άποψη καλά κάνει. Όμως  θα πρέπει να δεχτεί ότι από τη στιγμή που έχει και κοσμικό κομμάτι της θα πρέπει να το θυμάται και όταν είναι να πληρώσει φόρους, όχι μόνο όταν κάνει επενδύσεις. Ή διαφορετικά ας αρνηθεί την εγκόσμια της υπόσταση της και μαζί με αυτή, όλα της τα περιουσιακά στοιχεία.

Αυτό που σκέφτομαι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι εάν πρέπει ή όχι να φορολογηθεί η εκκλησία. Για μένα είναι σαφές αυτό. Παρόλα αυτά αναρωτιέμαι εάν όλοι αυτοί που ουρλιάζουν για το θέμα ξέρουν γιατί το κάνουν. Πολύ απλά εννοώ ότι τα θέματα εκκλησιαστικής περιουσίας, χωρισμού κράτους – εκκλησίας και οτιδήποτε άλλο σχετικό, δεν προέκυψαν σήμερα. Αποτελούν αυτόνομα ζητήματα που η κοινωνία έπρεπε κάποια στιγμή να λύσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Μπορεί λοιπόν να τα συζητάμε με αφορμή την οικονομική κρίση αλλά σίγουρα δεν μπορεί να  θεωρείται υπεύθυνη η εκκλησία και να «τιμωρηθεί» για το χρέος που άλλοι δημιούργησαν. Η εκκλησία πρέπει να φορολογηθεί, για πρακτικούς λόγους, πρέπει να συμβάλει όπως θα έκανε κάθε μεγάλη επιχείρηση ή οργανισμός – ιδιαίτερα αυτοί που παρέχουν πλούσιο φιλανθρωπικό έργο – με τους ίδιους όρους που φορολογούνται όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα.

Ίσως λοιπόν μετά το ταμπού θέμα της εκκλησίας να αρχίσουμε να κουβεντιάζουμε και για το όργιο σπατάλης που επικρατεί στο Ελληνικό Δημόσιο, τη διαφθορά, το πάρε δώσε και τις μίζες στις προμήθειες στρατιωτικού εξοπλισμού, τους διπλούς και τρίδιπλους μισθούς στη Βουλή. Τα του Καίσαρα τω Καίσαρι (και τα του Θεού τω Θεώ) δηλαδή.

Δύσκολοι καιροί για ποίηση

24/03/2010 Σχολιάστε

Την προηγούμενη εβδομάδα, με αφορμή το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, γράφαμε για το θολό πολιτιστικό τοπίο στην Ελλάδα. Συνεχίζω τη σκέψη μου με νέα αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης, την ερχόμενη Κυριακή 21 Μαρτίου.

Στον σημερινό τρόπο ζωής, έτσι όπως τον κάναμε και μας τον κάνανε, η ποίηση είναι είδος εν ανεπαρκεία, εξοστρακισμένη και περιθωριοποιημένη. Κατάλληλη μόνο για πολύ ειδικές περιστάσεις, για τους λίγους «εκλεκτούς» που μπορούν να την καταλάβουν, κρυμμένη στα πίσω σκονισμένα ράφια της βιβλιοθήκης μας, καταδικασμένη να την ανακαλύπτουμε ξανά και ξανά σε σχολικές εορτές, σε επετείους γεννήσεων και θανάτων, μακριά από την καθημερινή πραγματικότητα. Πολλές φορές, μας ακούγεται ως ένα μπερδεμένο συναισθηματικό συνονθύλευμα λέξεων, λόγια του αέρα, ή και γενικότητα, χωρίς να είναι εμφανής η λειτουργία της και η σημασία της στην καθημερινή μας ζωή.

Η ποίηση, όμως, δεν παύει να είναι μια σημαντικότατη μορφή έκφρασης, αλλά και αντίληψης του κόσμου. Δεν αναφέρεται στην ουτοπία, αλλά στην πραγματικότητα, και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο σημαντικότερος ρόλος της είναι ακριβώς αυτός: να μας δείχνει νέους δρόμους και τρόπους για να βλέπουμε τον κόσμο, τον έρωτα, την καθημερινότητα, τους ανθρώπους, την φύση, τα συναισθήματα, τα προβλήματα, τις χαρές, τα μικρά και τα μεγάλα ζητήματα της ζωής, το σήμερα.

Σήμερα, που αντιλαμβανόμαστε με σκληρό τρόπο ότι πολλοί δρόμοι που ακολουθήσαμε ήταν λάθος. Σήμερα, που η βαβούρα της τηλεόρασης, η βιομηχανία του lifestyle και των σελέμπριτι εκτοπίζει κάθε τι διαφορετικό. Σήμερα, που η ζωή γίνεται μίζερη με τις προσταγές των spreads. Σήμερα η ανάγκη για νέους δρόμους, η ανάγκη για ποίηση είναι ίσως μεγαλύτερη από ποτέ.

Ευτυχώς σαν λαός έχουμε την τύχη να έχουμε μεγάλο… απόθεμα ποιητών: Βαλαωρίτης, Κάλβος, Σούτσος, Βάρναλης, Καβάφης, Καρυωτάκης, Παλαμάς, Παπαγιαννοπούλου, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Εμπειρίκος, Σαχτούρης, Δημουλά, Καρθαίου, Γώγου, Σικελιανός, Λειβαδίτης, και τόσοι άλλοι, από τους οποίους μπορούμε να αντλήσουμε ιδέες, εικόνες, συναισθήματα και όνειρα.

Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης είναι αφιερωμένη στον Νίκο Καββαδία, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Στις 21 Μαρτίου η Αθήνα θα γεμίσει στίχους του, θα πραγματοποιηθούν εκδηλώσεις σε πολλά σχολεία της χώρας, θα ξαναθυμηθούμε, θα ξαναδιαβάσουμε και θα ξανά-απαγγείλουμε. Όμως, ας μην μείνουμε μόνον εκεί. Ας ξαναβάλουμε μερικά ποιήματα στη ζωή μας.

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατέλειωτη γη.

[…]Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως, διαβάζοντάς τα, να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι

Νίκος Καββαδίας, από το «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ»

Πολιτισμός στην ομίχλη

24/03/2010 Σχολιάστε

Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, οποιαδήποτε κουβέντα για τον πολιτισμό φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου. Όταν το κράτος δυσκολεύεται να πληρώσει μισθούς, συντάξεις, δανειακές υποχρεώσεις και λειτουργικά έξοδα, το να απαιτούμε χρήματα για τον πολιτισμό είναι πολυτέλεια. Ελπίζω να μην συμφωνείτε με την παραπάνω τοποθέτηση. Ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα, ειδικά δε σε δύσκολες περιόδους όπως αυτή που διανύουμε.

Οι σημερινές σκέψεις γίνονται με αφορμή το 12ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, που ξεκινά σήμερα Παρασκευή, και θα διαρκέσει ως τις 21 Μαρτίου. Το Φεστιβάλ ξεκίνησε το 1999, σχεδόν ερασιτεχνικά, και πέρσι ξεπέρασε τους 40.000 θεατές, ενώ αυτή τη στιγμή θεωρείται το τρίτο καλύτερο στην Ευρώπη. Παρά την αναγνωρισμένη επιτυχία του και από το κοινό, αλλά και από τους συμμετέχοντες, και παρά την συμβολή του στην προβολή του πολιτισμού, αλλά και της οικονομίας, φέτος πάγωσε ο προϋπολογισμός του, παρά τις αυξημένες ανάγκες.

Βέβαια, το μεγάλο πλήγμα δεν είναι τόσο η μείωση του προϋπολογισμού και οι περικοπές δαπανών, αλλά η άρνηση μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων, που σχετίζονται επαγγελματικά με τον κινηματογράφο, να συμμετέχουν στο Φεστιβάλ. Είναι η δεύτερη φορά μέσα σε έναν χρόνο, μιας και οι ίδιοι άνθρωποι είχαν αρνηθεί να συμμετάσχουν και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, πριν από λίγους μήνες.

Πρόκειται για την ομάδα «Κινηματογραφιστές στην ομίχλη», που με αυτό τον τρόπο εκφράζουν τη διαμαρτυρία τους απέναντι στη συνεχιζόμενη κρίση, στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική Τέχνη, και πιο συγκεκριμένα ο κινηματογράφος, όχι με αφορμή την σημερινή οικονομική κατάσταση, αλλά με τη συνολικότερη στάση που έχει υιοθετήσει η ελληνική Πολιτεία σε θέματα πολιτισμού τα τελευταία χρόνια. Με λίγα λόγια, οι άνθρωποι δεν ζητάνε τίποτα παραπάνω από αυτά που θα έπρεπε να θεωρούμε δεδομένα για έναν χώρο έκφρασης και πολιτισμού, όπως είναι το σινεμά.

Θα μου πείτε τώρα πολλά ζητάω! Και όμως, εμείς οι ίδιοι πλασάρουμε τους εαυτούς μας σαν τους γεννήτορες του δυτικού πολιτισμού, περηφανευόμαστε για όλα τα πολιτιστικά μας επιτεύγματα, κορδωνόμαστε για την ιστορία μας, τις τέχνες, την επιρροή μας στην ανθρωπότητα. Πριν λίγες μέρες, με αφορμή κάποια γερμανικά δημοσιεύματα, ωρυόμασταν για το πόσα πολλά έχει προσφέρει η Ελλάδα στην ανθρωπότητα και στον πολιτισμό από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Σήμερα; Τι γίνεται, όμως, σήμερα; Πώς στηρίζουμε τον πολιτισμό μας; Πώς δημιουργούμε και πώς ενισχύουμε τις τέχνες και τους ανθρώπους που ασχολούνται με αυτές; Δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω με πίκρα, όταν βλέπω ότι το πολιτιστικό μας προϊόν εξαντλείται σε κακόγουστες τσόντες με ξανθές σταρλετίτσες, που όλοι τρέξαμε να αγοράσουμε στα περίπτερα ή να κατεβάσουμε από το internet.
Κλείνω με τα λόγια του Πάνου Κούτρα: Γνωρίζουμε καλά πως η πνευματική κατάπτωση μίας χώρας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην έξαρση της διαπλοκής, της διαφθοράς, όπως και στην επικράτηση ακραίων φασιζουσών ιδεολογιών. Σε μία χώρα που ο λαός έχει χάσει τα πνευματικά ερεθίσματα, χάνει και το όποιο κριτήριο, τις όποιες αντιστάσεις μπορεί να έχει απέναντι σε όσους τον λεηλατούν και τον βιάζουν, εκμεταλλευόμενοι την εξαθλίωσή του».

Ανάγκα και θεοί πείθονται

24/03/2010 Σχολιάστε

Δύσκολα μπορεί να μείνει κάποιος ψύχραιμος μετά και τα τελευταία μέτρα που ανακοινώθηκαν, με στόχο τη διάσωση της οικονομίας. «Αναγκαιότητα και όχι επιλογή» χαρακτήρισε τα μέτρα της κυβέρνησης για τον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος ο πρωθυπουργός, μετά την συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Όπως είπε, είναι αναγκαία, για να φύγει η χώρα από τη δίνη των κερδοσκόπων και της αναξιοπιστίας.

Οι λόγοι για τους οποίους οδηγηθήκαμε σ’ αυτή την κατάσταση, όσο και το κατά πόσο είναι σωστοί οι χειρισμοί των κυβερνήσεων στα θέματα της οικονομίας είναι μια άλλη, μεγάλη κουβέντα, και είμαι σίγουρος ότι όλα αυτά θα «αναλυθούν» σε τηλεοπτικά παράθυρα και σε στήλες εφημερίδων. Για την ώρα, ας αφήσουμε για τους άλλους τις αναλύσεις. Εμείς θα μιλήσουμε για την ανάγκη…

Σύμφωνα, λοιπόν, με την Wikipedia: «η έννοια της ανάγκης αναδείχθηκε σχετικά πολύ νωρίς από τους προϊστορικούς Έλληνες ως ιδεατή ανθρωπόμορφη θεότητα, η οποία  φέρεται να παραστάθηκε για πρώτη φορά στην Ορφική θεολογία ως βίαιη, αναπόφευκτη θεϊκή δύναμη. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, πριν να κυριαρχήσει ο Έρως, στα θεία πράγματα βασίλευε μόνον η Ανάγκη, και όλα συνέβαιναν υπό το κράτος αυτής. Κατά τους αρχαίους τραγικούς ποιητές Αισχύλο και Ευριπίδη, η Ανάγκη αποτελεί βαρύ ζυγό, με δύναμη ακαταμάχητη, τόσο για θεούς, όσο και ανθρώπους».

Ο άνθρωπος πάντα προσπαθούσε να καλύψει τις ανάγκες του. Πρώτα από όλα, αυτές που αφορούσαν την επιβίωσή του. Η τροφή, το νερό, η ασφάλεια, υπήρξαν από τις αρχέγονες, βασικές ανάγκες, και η ζωή στο σύνολό της δεν αποτελούσε παρά έναν διαρκή αγώνα με στόχο να καλυφθούν αυτές. Σιγά – σιγά, βέβαια, στη λίστα των αναγκών προστεθήκαν και άλλα πράγματα, κάποια εξίσου απαραίτητα για την επιβίωσή μας ως άτομα και ως κοινωνία, αλλά και πολλά άλλα περιττά.

Σήμερα πλέον ζούμε σε μια εποχή που βασιλεύει η περιττή ανάγκη. Η διαφήμιση μας έπεισε ότι χρειαζόμαστε ένα σωρό άχρηστα πράγματα, προκειμένου, αν όχι να επιβιώσουμε, αλλά σίγουρα να απολαύουμε τη ζωή μας. Από την Ανάγκη και τις βασικές ανάγκες, καταλήξαμε να είμαστε υπό τον ζυγό ψεύτικων αναγκών, εξαιτίας των επιλογών μας.

Και ακριβώς αυτό πληρώνουμε σήμερα ως κοινωνία. Δυστυχώς, δεν καταφέραμε ποτέ να διαχωρίσουμε ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας μας και ποιες οι πλαστές. Δεν καταφέραμε να κατακτήσουμε βασικά πράγματα, παρά μόνον ζώντας μέσα στην μακάρια ευδαιμονία των ψευδαισθήσεών μας επιζητούσαμε ολοένα και περισσότερα περιττά πράγματα.

Μπορεί να μην έχουμε όλοι το ίδιο μερίδιο ευθύνης και σίγουρα όλες οι ελληνικές κοινωνικές παθογένειες έπαιξαν τον ρόλο τους. Σήμερα, όμως, στο όνομα της Ανάγκης, και χάρη στις σπάταλες ψεύτικες «ανάγκες», πρέπει όλοι εμείς να διαπραγματευτούμε μερικές από τις βασικές μας ανάγκες ως άνθρωποι και ως κοινωνία, χωρίς να έχουμε πλέον επιλογή.